Ευρωπαϊκό Ρυθμιστικό Πλαίσιο

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) μέσω των -πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου- κανόνων της στοχεύει στη δημιουργία μίας ανταγωνιστικής, ενοποιημένης και με υψηλή ρευστότητα αγοράς ενέργειας, στη δίκαιη πρόσβαση σε αυτήν, στη μεγαλύτερη προστασία των καταναλωτών και, εν γένει, στη δημιουργία μίας στέρεης βάσης προκειμένου να διοχετεύεται η ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο εκεί όπου χρειάζεται.

Οι βασικοί στόχοι της πολιτικής ενέργειας της Ε.Ε. στο πλαίσιο των βασικών ελευθεριών κυκλοφορίας προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων θεμελιώνονται στο άρθρο 194 Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ) και συνίστανται στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, στη διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού, τη διασύνδεση των ενεργειακών δικτύων, την αειφορία και την ανταγωνιστικότητα. Ειδικότερα:

α) Η διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού της Ένωσης συνίσταται κυρίως : i) στη λήψη άμεσων μέτρων αντιμετώπισης κρίσεων, ii) στην υιοθέτηση νέων μηχανισμών αλληλεγγύης υπέρ των αδυνάμων, iii) στην ενδυνάμωση των διευρωπαϊκών υποδομών ενέργειας, iv) στην διαφοροποίηση των πηγών και οδεύσεων εισαγωγής, v) στη συγκρότηση μίας συλλογικής εξωτερικής ενεργειακής πολιτικής («speaking with one voice»), καθώς και vi) στους κατωτέρω υπό (β) και (γ) στόχους. Σχετικές πράξεις παραγώγου δικαίου είναι οι Οδηγίες περί μέτρων διασφάλισης εφοδιασμού με ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο και περί υποχρεωτικής διατήρησης αποθεμάτων πετρελαίου.

Ειδικά για το φυσικό αέριο, σε συνέχεια της Ρωσο-Ουκρανικής κρίσης του χειμώνα 2008/2009, εκδόθηκε ο Κανονισμός 994/2010 σχετικά με τα μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο, αποσκοπώντας στην ενίσχυση των μηχανισμών πρόληψης και αντιμετώπισης κρίσεων.

Ωστόσο, κρίθηκε αναγκαία η κατάργηση του προαναφερόμενου Κανονισμού και η έκδοση νεότερου, με βασικό πυλώνα την περαιτέρω ενίσχυση της περιφερειακής συνεργασίας στην πρόληψη κρίσεων και την κατάρτιση κοινών σχεδίων έκτακτης ανάγκης μέσω της εγκαθίδρυσης μηχανισμού αλληλεγγύης μεταξύ διασυνδεδεμένων κρατών-μελών (άμεσα αλλά και μέσω τρίτων χωρών) προς διασφάλιση της τροφοδοσίας τουλάχιστον των εξ αλληλεγγύης προστατευόμενων πελατών. Ως εκ τούτου εκδόθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1938 της 25ης Οκτωβρίου 2017 σχετικά με τα μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας εφοδιασμού με φυσικό αέριο.

Περαιτέρω, για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ένωσης, με την Απόφαση 994/2012/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θεσπίστηκε μηχανισμός ανταλλαγής πληροφοριών με την Επιτροπή σχετικά με τις διακυβερνητικές συμφωνίες μεταξύ κρατών –μελών και τρίτων χωρών στον τομέα της ενέργειας. Η εν λόγω απόφαση καταργήθηκε την 2/5/2017 με την νεότερη Απόφαση 2017/684/ΕΕ.

β) Προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της εξοικονόμησης ενέργειας,της ανάπτυξης νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), χρήσης εναλλακτικών καυσίμων καθώς και ανάπτυξης συστήματος εμπορίας ρύπων. Σχετικές πράξεις παραγώγου δικαίου είναι οι Οδηγίες περί

i. προώθησης παραγωγής ηλεκτρισμού από ΑΠΕ Οδηγία (ΕΕ) 2018/2001, τροποποιεί την Οδηγία 2009/28/ΕΚ και την καταργεί από την 1/7/2020, βάσει της οποίας ορίζεται ενωσιακός δεσμευτικός στόχος για ΑΠΕ στο 32%-τουλάχιστον-της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως το 2030, με συνεισφορά κάθε κράτους-μέλους στο πλαίσιο των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα,

ii. χρήσης βιοκαυσίμων και άλλων ανανεώσιμων στις μεταφορές [Οδηγία 2003/30/ΕΚ], σύμφωνα με την οποία προάγονται τα βιοκαύσιμα ή άλλα ανανεώσιμα καύσιμα προς αντικατάσταση του πετρελαίου ντίζελ ή της βενζίνης στις μεταφορές, για να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων σχετικά με τις κλιματικές αλλαγές. Τα κ-μ θα έπρεπε έως 31/12/2010 να διαθέτουν στην αγορά βιοκαύσιμα και άλλα ανανεώσιμα καύσιμα στο 5,75% του συνόλου της βενζίνης και ντίζελ που χρησιμοποιούν στις μεταφορές τους,

iii. ανάπτυξης υποδομών εναλλακτικών καυσίμων [Οδηγία 2014/94/ΕΕ],σχετικά με το πλαίσιο μέτρων ανάπτυξης υποδομών εναλλακτικών καυσίμων (που ορίζονται ηλ.ενέργεια, υδρογόνο, βιοκαύσιμα της Οδηγίας 2009/28/ΕΚ, συνθετικά παραφινικά καύσιμα, φ.α. & βιομεθάνιο, και υγραέριο) και των ελάχιστων προδιαγραφών των υποδομών εναλλακτικών καυσίμων (συμπ/νων των σημείων επαναφόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων και ανεφοδιασμού οχημάτων φ.α. και υδρογόνου), σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις των εθνικών πλαισίων πολιτικής,

iv. γεωλογικής αποθήκευσης CO2 [Οδηγία 2009/31/ΕΚ], βάσει της οποίας θεσπίζεται το νομικό πλαίσιο για την περιβαλλοντικώς ασφαλή αποθήκευση του CO2, εντός της επικράτειας, στις ΑΟΖ και στις ηπειρωτικές υφαλοκρηπίδες κάθε κ-μ, ως συμβολή στην καταπολέμηση αλλαγής του κλίματος,

v. συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου [Οδηγία 2003/87/ΕΚ], που εφαρμόζεται στις ενεργειακές δραστηριότητες, παραγωγής & επεξεργασίας σιδηρούχων μετάλλων και βιομηχανιών ανόργανων υλών, ώστε να προωθήσει τη μείωση των εκπομπών (ενωσιακή δέσμευση για μείωση τουλάχιστον κατά 40% έως το 2030)με τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικά αποτελεσματικό,

vi. ενεργειακής απόδοσης[Οδηγία 2018/2002/ΕΕ, η οποία τροποποιεί την Οδηγία 2012/27/ΕΕ, που κατήργησε τις οδηγίες 2004/8/ΕΚ & 2006/32/ΕΚ την 5/6/2014], βάσει της οποίας προβλέπεται τουλάχιστον κατά 32,5% βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης έως το 2030 , καθώς και ενεργειακής απόδοσης κτιρίων[Οδηγία (ΕΕ) 2018/844], σύμφωνα με την οποία τροποποιούνται κυρίως οι διατάξεις της Οδηγίας 2010/31/ΕΕ, για να προσαρμοστούν στα νέα τεχνολογικά δεδομένα και να ενισχυθούν περαιτέρω για την επίτευξη του στόχου της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (λαμβάνοντας υπόψη ότι το κτιριακό δυναμικό είναι υπεύθυνο για το 36% του συνόλου εκπομπών CO2 της Ένωσης), με πρόβλεψη ετήσιου μέσου όρου ανακαινίσεων 3%,
και ο Κανονισμός περί

vii. διακυβέρνησης της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα [Ευρωπαϊκός Κανονισμός 2018/1999 ,που καταργεί τον Κανονισμό (ΕΕ) 525/2013 από την 1/1/2021], σύμφωνα με τον οποίο θεσπίζεται μηχανισμός διακυβέρνησης για την εφαρμογή των στρατηγικών και μέτρων επίτευξης των στόχων της Ένωσης έως το 2030 και την τόνωση της συνεργασίας μεταξύ των κ-μ, στη βάση των ενοποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα που καλύπτουν 10ετείς περιόδους. Ο εν λόγω Κανονισμός, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες Οδηγίες για ΑΠΕ 2018/2001/ΕΕ και Ενεργειακή Απόδοση 2018/2002/ΕΕ, αποτελούν το πλαίσιο που είναι κυρίως γνωστό ως «Clean Energy Package».

γ) Προώθηση της βέλτιστης διασύνδεσης των ενεργειακών δικτύων, κυρίως μέσω του χαρακτηρισμού των έργων ως έργα κοινού ενδιαφέροντος [Projects of Common Interest (PCI)] και χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ταμείο Συνοχής (άρθρο 177 ΣΛΕΕ). Δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2236/1995, τα έργα κοινού ενδιαφέροντος έχουν προτεραιότητα για τη χορήγηση κοινοτικής ενίσχυσης. Με την υπ’ αριθ. 1364/2006 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθορίζονται οι βασικοί προσανατολισμοί για τα διευρωπαϊκά δίκτυα στον τομέα της ενέργειας που προσδιορίζουν έργα κοινού ενδιαφέροντος και έργα προτεραιότητας μεταξύ των διευρωπαϊκών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου. Με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 347/2013 καθορίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές για τις διευρωπαϊκές ενεργειακές υποδομές, προσδιορίζοντας 12 διαδρόμους και πεδία προτεραιότητας σε ενεργειακά δίκτυα και προβλέποντας μέτρα επιτάχυνσης διαδικασιών χορήγησης των σχετικών αδειών στα έργα κοινού ενδιαφέροντος. Ο εν λόγω Κανονισμός τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1391/2013 , έτσι ώστε να προσδιορίσει τον ενωσιακό κατάλογο των έργων κοινού ενδιαφέροντος. Περαιτέρω, με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1316/2013 , δημιουργείται ο μηχανισμός χρηματοδοτικής διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη» [Connecting Europe Facility (CEF)] με σκοπό την υποστήριξη έργων προτεραιότητας από το 2014-2020, στους τομείς ενέργειας, μεταφορών και ψηφιακής υποδομής. Στην αποτελεσματική εφαρμογή των ανωτέρω, συμβάλλουν και οι προβλέψεις του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 617/2010 , ο οποίος αντικαταστάθηκε εν συνεχεία με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 256/2014, οι οποίοι ζητούν από τα Κράτη Μέλη να κοινοποιούν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα σχέδιά τους για επενδύσεις σε ενεργειακή υποδομή εντός της Ε.Ε..

δ) Διασφάλιση της λειτουργίας (ολοκλήρωση) της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, η οποία εκτιμάται ότι θα επιφέρει το υγιές και ασφαλές επενδυτικό περιβάλλον που θα χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη των υποδομών αλλά και την δυνατότητα στον καταναλωτή να απολαμβάνει ανάλογης ποιότητας και τιμής παροχή ενεργειακών αγαθών. Η πορεία της ολοκλήρωσης έχει ως μέσο τη δημιουργία ανταγωνιστικών αγορών ενέργειας, λαμβανομένων πάντα υπόψη των ιδιαιτεροτήτων κάθε Κράτους Μέλους (π.χ. ΥΓΟΣ) και των απαιτήσεων ασφαλείας εφοδιασμού.

Οι ως άνω πολιτικές υλοποίησης της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς ενέργειας πραγματοποιούνται σταδιακά μέσω διαδοχικών νομοθετικών δεσμών («ενεργειακά πακέτα») μεταξύ 1998 και 2009, οι οποίες μέχρι σήμερα έχουν ως εξής:

Το 1ο ενεργειακό πακέτο (1998-2003), το οποίο συνιστούν κυρίως Οδηγίες περί κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, ίδρυσε τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και εισήγαγε το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης τρίτων στα δίκτυα [«Third Party Access»(TPA)] καθώς και την υποχρέωση λογιστικού και λειτουργικού διαχωρισμού. Σημειώνεται όμως ότι επετράπη σε κάθε χώρα να επιλέξει από μόνη της τα αναγκαία ρυθμιστικά μέτρα και το σχεδιασμό ως προς τη λειτουργία των αγορών τους (market design), αναλόγως των ιδιαίτερων δομικών και λειτουργικών συνθηκών τους. Στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ανατέθηκε τόσο ο σημαντικός ρόλος της εποπτείας της συμμόρφωσης της αγοράς στις ανωτέρω αρχές και ιδίως η ρύθμιση των τιμολογίων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας. Στα πλαίσια αυτά, εκδόθηκε για το φυσικό αέριο η Οδηγία 98/30/ΕΚ.

Το 2ο ενεργειακό πακέτο (2003-2009), το οποίο συνιστούν κυρίως Οδηγίες περί κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και Κανονισμοί περί όρων πρόσβασης στο δίκτυο για διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας καθώς και στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου, προσπάθησε να επεκτείνει τα αποτελέσματα του 1ου ενεργειακού πακέτου, εισάγοντας το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής, και εύκολης αλλαγής, προμηθευτή, καθώς και την υποχρέωση του νομικού διαχωρισμού μεταξύ των δραστηριοτήτων παραγωγής/προμήθειας και μεταφοράς ή διανομής. Ειδικότερα, για το φυσικό αέριο εκδίδεται η Οδηγία 2003/55/ΕΚ και ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. 1775/2005, ο οποίος καθορίζει τεχνικούς κανόνες πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς καθώς και κανόνες κατανομής δυναμικότητας και διαχείρισης συμφόρησης.

Το 3ο ενεργειακό πακέτο (2009-έως σήμερα). Παρά τη σημαντική πρόοδο που είχε συντελεστεί στον τομέα της ενέργειας, παρατηρούντο ακόμα εμπόδια στον υγιή ανταγωνισμό στις αγορές χονδρικής πώλησης φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι αγορές παρέμεναν κυρίως εθνικές, με σχετικά περιορισμένο διασυνοριακό εμπόριο και υψηλά επίπεδα συγκέντρωσης. Προκειμένου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εντοπίσει τα εμπόδια που εμπόδιζαν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στις εν λόγω αγορές, το 2005 ξεκίνησε μία τομεακή έρευνα («Energy Sector Inquiry») η οποία ολοκληρώθηκε το 2007. Βάσει των αποτελεσμάτων της τομεακής έρευνας και προς αντιμετώπιση των εντοπισμένων προβλημάτων στην αγορά υιοθετήθηκε το 3ο ενεργειακό πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει κυρίως Οδηγίες περί κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου και Κανονισμούς περί σύστασης του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας [Agency for the Cooperation of Energy Regulators (ACER)], καθώς και περί όρων πρόσβασης στο δίκτυο για διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας και πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου. Οι κυριότερες αλλαγές που επιφέρει το νέο πακέτο είναι ο ιδιοκτησιακός διαχωρισμός των δραστηριοτήτων παραγωγής/προμήθειας από τις δραστηριότητες μεταφοράς, η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων και της ανεξαρτησίας των ρυθμιστικών αρχών και η συνεργασία μεταξύ ρυθμιστικών αρχών, διαχειριστών δικτύων και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και η ενίσχυση της διαφάνειας στην πληροφόρηση. Ειδικότερα, για το φυσικό αέριο, το 3ο ενεργειακό πακέτο περιλαμβάνει:

α) την Οδηγία 2009/73/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ, η οποία τροποποιείται με την Οδηγία 2019/692/ΕΕ με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι οι βασικοί κανόνες που διέπουν την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου της ΕΕ ισχύουν για τα συστήματα μεταφοράς φυσικού αερίου μεταξύ ενός κράτους μέλους και μιας τρίτης χώρας, μέχρι τα όρια της επικράτειας του κράτους μέλους και των χωρικών του υδάτων.

β) τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου και για την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005, ο όποιος περιλαμβάνει και μέτρα διαχείρισης συμβατικής συμφόρησης και προβλέπει τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Δικτύου Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Αερίου («ENTSO-G»), και

γ) τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 713/2009 για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, ο οποίος καταργείται από 4 Ιουλίου 2019 με την ισχύ του νέου Κανονισμού (ΕΕ) 2019/942.

Το προαναφερόμενο 3ο ενεργειακό πακέτο συμπληρώνεται από μία σειρά Οδηγιών, Αποφάσεων και Κανονισμών, ως ακολούθως:

– Την Οδηγία 2003/96/ΕΚ σχετικά µε την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία βρίσκεται σε διαδικασία αναθεώρησης.

– Την Οδηγία 2008/92/ΕΚ σχετικά με κοινοτική διαδικασία για τη βελτίωση της διαφάνειας των τιμών αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας για τον τελικό βιομηχανικό καταναλωτή η οποία υποχρεώνει τα Κράτη Μέλη να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω τιμές και τα συστήματα τιμών που χρησιμοποιήθηκαν ανακοινώνονται στη Eurostat δύο φορές ανά έτος.

– Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας (γνωστός ως Κανονισμός «REMIT»), βάσει του οποίου ανατίθεται στον ACER η αρμοδιότητα της παρακολούθησης των αγορών χονδρικής πώλησης φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας δια της συγκέντρωσης και επεξεργασίας δεδομένων σχετικά με τις συναλλαγές στις εν λόγω αγορές, καθώς και η αρμοδιότητα της διερεύνησης πιθανών καταχρηστικών πρακτικών στις εν λόγω αγορές και ο συντονισμός της επιβολής κατάλληλων κυρώσεων για παραβάσεις των διατάξεων του Κανονισμού, την ευθύνη για την επιβολή των οποίων έχουν οι ρυθμιστικές αρχές των Κρατών Μελών. Ο εν λόγω Κανονισμός συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του Εκτελεστικού Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1348/2014 , ο οποίος προσδιορίζει τον τρόπο αναφοράς των δεδομένων για την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 2 και 6 του Κανονισμού REMIT [για περισσότερες πληροφορίες για τις απαιτήσεις του REMIT βλ. σχετική ενότητα του Ρυθμιστικού Πλαισίου].

– Απόφαση 2010/685/ΕΕ της Επιτροπής για την τροποποίηση του κεφαλαίου 3 του παραρτήματος Ι του (ΕΚ) αριθμ. 715/2009, σχετικά με τις τεχνικές πληροφορίες που πρέπει να λαμβάνουν οι χρήστες των συστημάτων μεταφοράς φ.α. για την αποτελεσματική πρόσβαση τους σε αυτά.

– Απόφαση 2012/490/ΕΕ της Επιτροπής για τροποποίηση του παραρτήματος Ι του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 715/2009 για τις διαδικασίες διαχείρισης συμφορησης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου (CMP) που ισχύουν από τον Σεπτέμβρη 2012, όπως αυτές συμπληρώθηκαν με την υπ.αρ. 2015/715 Απόφαση της Επιτροπής.

– Τον Κανονισμό (EΕ) αριθ. 984/2013 για τη θέσπιση κώδικα δικτύου σχετικά με μηχανισμούς κατανομής δυναμικότητας στα συστήματα μεταφοράς αερίου και για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009, o οποίος αντικαταστάθηκε με τον Κανονισμό 2017/459/ΕΕ (CAM) που ισχύει από τον Απρίλιο 2017.

– Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 312/2014 για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά την εξισορρόπηση του φυσικού αερίου στα δίκτυα μεταφοράς (BAL), που εφαρμόζεται απο 1/10/2015.

– Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 703/2015 της Επιτροπής για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τους κανόνες για τη διαλειτουργικότητα και την ανταλλαγή δεδομένων (Interoperability), που εφαρμόζεται από 1/5/2016.

– Τον Κανονισμό 2017/460/ΕΕ για τη θέσπιση κώδικα δικτύου σχετικά με την εναρμονισμένη διάρθρωση των τιμολογίων μεταφοράς αερίου (TAR), στο σύνολο των διατάξεων του οποίου εφαρμόζονται απο 31/5/2019.

Font Resize
Contrast